Επί τέλους να σοβαρευτούμε


Τις ημέρες αυτές στο εξωτερικό γίνονται σημαντικές συναντήσεις τόσο για τα οικονομικά μας, όσο και για τα εθνικά μας ζητήματα. Πρόκειται για θέματα που απαιτούν σοβαρότητα, υπευθυνότητα και γνώση τόσο των ιδίων των θεμάτων, όσο και των επιπτώσεων στη χώρα από τις αποφάσεις που θα ληφθούν. Σοβαρότητα που μακάρι να γενικευθεί στα πολιτικά μας πράγματα.

Φυσικά η δημαγωγία και οι κούφιες υποσχέσεις δεν δείχνουν σοβαρότητα και προσβάλλουν τη νοημοσύνη των σκεπτομένων πολιτών. Δεν δείχνει επίσης σοβαρότητα η άκαιρη προεδρολογία. Έλλειψη σοβαρότητας είναι τέλος ότι καρκινοβατούν  οι ιδιωτικοποιήσεις, ότι εφαρμόζονται μέτρα με προχειρότητα και μάλιστα εκεί που δικαίως αγανακτούν οι πολίτες, όπως ο ΕΝΦΙΑ,  και πως πολλοί Νόμοι ψηφίζονται αλλά μένουν ανενεργοί.

Από τη μία έχουμε την έλλειψη σοβαρότητας, αλλά από την άλλη γίνεται μια προσπάθεια να προωθηθούν οι μεταρρυθμίσεις στο  κράτος και να  αντισταθούμε ως χώρα στα ξένα και ντόπια επιχειρηματικά και οικονομικά συμφέροντα. Μια τέτοια περίπτωση  είναι  η άρνηση της χώρας μας να παραγάγει Γενετικά Τροποποιημένους Οργανισμούς, κυρίως του αραβοσίτου, των οποίων είναι άγνωστες οι αρνητικές επιπτώσεις  στην υγεία των ανθρώπων  που τις καταναλίσκουν. Στο Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ τον περασμένο Ιούνιο η χώρα μας ετάχθη κατά της καλλιέργειας των ΓΤΟ, μαζί με τις Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Πολωνία, Αυστρία, Ουγγαρία, Βουλγαρία και Λουξεμβούργο.

Στον τομέα της ανασυγκρότησης του κράτους μια αισιόδοξη νότα είναι η σημαντική άνοδος των βάσεων στις αστυνομικές και στρατιωτικές σχολές και ο περιορισμός του αριθμού των στελεχών στο Στρατό και στην Αστυνομία. Ασφαλώς η επιλογή της ασφάλειας του μισθού σε περίοδο κρίσης  είναι  ο κύριος λόγος της αύξησης των βάσεων. Όμως δίνει την ελπίδα ότι τα προσεχή χρόνια θα είναι ποιοτικά καλύτερος και αποδοτικότερος ο Στρατός και  ικανότερη  η Ελληνική Αστυνομία.

Στο Στρατό και στην  Αστυνομία γίνεται μια αποτελεσματική προσπάθεια περιορισμού των δαπανών και μείωσης του προσωπικού, σε συνδυασμό με καλύτερη και  αποδοτικότερη οργάνωση.  Σύμφωνα με την πρόσφατη προκήρυξη του Αρχηγείου της ΕΛΑΣ ο αριθμός υποψηφίων που θα εισαχθούν στο Σχολή Αστυφυλάκων καθορίζεται σε 250, από 500 που ήταν πέρυσι,  και ο αριθμός θα βαίνει μειούμενος. Αυτή τη στιγμή στην ΕΛΑΣ υπηρετούν 62.519 αστυνομικοί, που, σε αναλογία προς τον πληθυσμό, είναι περίπου όσοι στη Γαλλία και στην Ιταλία, αλλά πολύ  περισσότεροι σε σχέση με τη Γερμανία και την Ισπανία. Ήδη στην Ιταλία η κυβέρνηση Ρέντσι εξήγγειλε ότι από 260.000 που είναι σήμερα συνολικά οι αστυνομικοί στην Ιταλία (κρατική αστυνομία, καραμπινιέροι και οικονομική αστυνομία) θα μείνουν το 2020 ογδόντα χιλιάδες, σε ένα πληθυσμό περίπου εξήντα εκατομμυρίων. Αν ό,τι γίνεται στην Αστυνομία επεκταθεί σε όλο τον Δημόσιο Τομέα, τότε υπάρχει ελπίδα κάποτε να αποκτήσουμε κράτος μικρό, με αποτελεσματικά στελέχη και να θυμόμαστε ως μια θλιβερή ανάμνηση τους, σε γενικές γραμμές, αδιάφορους και δυναστικούς γραφειοκράτες.

Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος

Τα σχόλια έχουν κλείσει.