Μεταδοτικό μικρόβιο το παπικό πρωτείο…


Η συνάντηση στην Κωνσταντινούπολη του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου με τον Πάπα Φραγκίσκο έρχεται σε ημέρες, που ο μεν ηγεμόνας  του Βατικανού διακηρύσσει ότι η μόνη και «υγιής» Εκκλησία είναι μόνο η υπό την ηγεσία του, ο δε Πατριάρχης επιχειρεί να αποκτήσει παπικό πρωτείο στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η πολύ επικίνδυνη για την ενότητα της Ορθοδοξίας φιλοδοξία του Φαναρίου να αποκτήσει τύπου Πάπα πρωτείο στην Ορθοδοξία διατυπώθηκε με έντονο τρόπο κατά τη δέκατη τρίτη συνάντηση της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής για τον διάλογο της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο Αμμάν της Ιορδανίας από τις 15 έως τις 23 παρελθόντος Σεπτεμβρίου 2014. Τα όσα καινοφανή υποστηρίχθηκαν από τον εκπρόσωπο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και συμπροεδρεύοντα στον διάλογο Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη συντάραξαν τους εκπροσώπους των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Σημειώνεται ότι παρόντες ήσαν εκπρόσωποι από όλες τις Εκκλησίες πλην της Βουλγαρίας, που απέχει διαφωνώντας με τον διάλογο. Παρόντες ήσαν και εκπρόσωποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Τσεχίας και Σλοβακίας, με μια έμμεση και ντε φάκτο αναγνώριση της εκεί σημερινής εκκλησιαστικής κατάστασης.

Η επιχειρηματολογία του εκπροσώπου του Φαναρίου ήταν τόσο εντυπωσιακά κενόδοξη, που ξάφνιασε ακόμη και τους εκπροσώπους του Πάπα. Οι τελευταίοι στα διαλείμματα των συνεδριάσεων απελογούντο στους εκπροσώπους των Ορθοδόξων Εκκλησιών και δήλωναν ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ποτέ δεν στήριξε το πρωτείο του Πάπα στα επιχειρήματα που εξέθεσε ο Μητροπολίτης Περγάμου! Οι Ρωμαιοκαθολικοί σημείωσαν ότι υποστηρίζουν ότι ο Πάπας είναι διάδοχος στην εξουσία επί της Εκκλησίας του Πέτρου, αλλά ότι ποτέ δεν εξέφρασαν την άποψη ότι ο Πάπας είναι, κατ’ αναλογίαν, στην θέση του Θεού Πατρός στην Αγία Τριάδα, θέση που υποστήριξε για τον Ρώμης και για τον Κωνσταντινουπόλεως ο Μητροπολίτης Περγάμου!…

Για πρώτη φορά στη 2000ετή ιστορία της Ορθοδοξίας ετέθη επισήμως από Επίσκοπο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως θέμα αντίστοιχου παπικού πρωτείου με αυτό του Πάπα Ρώμης. Το τραγικό είναι πως τη θέση αυτή την υποστήριξε Επίσκοπος, ο οποίος στη διδακτορική του διατριβή έχει υποστηρίξει όλως αντίθετες θέσεις προς αυτήν που υποστήριξε στο Αμμάν. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας Επίσκοπος επιχείρησε να θεμελιώσει το παπικού τύπου πρωτείο του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως στο Τριαδολογικό Δόγμα!

Πιο συγκεκριμένα την πρώτη ημέρα της συνάντησης στο Αμμάν ετέθη προς συζήτηση σχέδιο κειμένου, φαναριώτικης εμπνεύσεως, το οποίο επεβλήθη κατά τη συνάντηση της συντακτικής επιτροπής στο Παρίσι, στη θέση του προηγούμενου κειμένου, το οποίο είχε συνταχθεί στην Κρήτη και ήταν στη γραμμή που έως το Αμμάν υποστήριζαν πάντοτε για το πρωτείο όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, με πρώτο το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μάλιστα το Φανάρι αμυνόταν σθεναρά στις απόψεις του Πάπα περί πρωτείου, υποστηρίζοντας πάντα ότι αυτό είναι μόνο «πρωτείο τιμής» και όχι «πρωτείο εξουσίας» και ίσχυε όσο ο Πάπας ήταν εντός της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Το σύνολο των Ορθοδόξων που συμμετέσχον στη συνάντηση στο Αμμάν απέρριψαν με απόλυτο τρόπο την περί πρωτείου καινοφανή άποψη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, που την υποστήριξε μετά πάθους ο Μητροπολίτης Περγάμου και τη θεμελίωσή της επί του δόγματος της Αγίας Τριάδος, «με θεολογικούς ακροβατισμούς», όπως ελέχθη. Επίσης οι εκπρόσωποι των Ορθόδοξων Εκκλησιών απέρριψαν ως επικίνδυνη την κοινή θεωρία των παπικών και του Μητροπολίτου Περγάμου περί τριών επιπέδων συνοδικότητας και παγκοσμίου πρωτείου. Όπως υποστήριξαν, είναι εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας η μεταφορά των λειτουργιών του Επισκόπου στο τρίτο, παγκόσμιο, επίπεδο και η αποδοχή έτσι του πρωτείου του Πάπα και, αντίστοιχα, του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, σε βάρος της αυθεντίας, της ευθύνης και της αξίας του Επισκοπικού αξιώματος και των Οικουμενικών Συνόδων. Τα περί τριών επιπέδων πρωτείου και συνοδικότητας αναφέρονταν στο κείμενο της Ραβέννας, αλλά προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις στις Ορθόδοξες Εκκλησίες και αποφασίστηκε να επέλθουν σ’ αυτό διορθώσεις. Το επανέφερε στο Αμμάν ο Μητροπολίτης Περγάμου και όχι οι παπικοί…

Το κείμενο των Παρισίων θεωρήθηκε προβληματικό και αποφασίστηκε να αποσυρθεί και να θεωρηθεί ως μη γενόμενο… Και όμως θα έπρεπε να δημοσιευθεί, για να γνωρίσουν οι Ορθόδοξοι τις επιδιώξεις του Φαναρίου για το πρωτείο. Για την σύνταξη νέου κειμένου συστήθηκε εξαμελής επιτροπή από τρεις Ορθοδόξους και τρεις Ρωμαιοκαθολικούς, που το παρουσίασε στην ολομέλεια. Η αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως το θεώρησε «πτωχό» από θεολογική άποψη, έναντι των προηγουμένων κειμένων και κυρίως αυτού της Ραβέννας. Όλες οι υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες το υποστήριξαν και το Φανάρι αυτοαπομονώθηκε αφού, παραδόξως, έγινε, κατ’ αρχήν, δεκτό και από τους εκπροσώπους του Πάπα…

Τελικά οι εκπρόσωποι του Φαναρίου συμβιβάσθηκαν να παραπεμφθεί το κείμενο της Επιτροπής στη Συντονιστική και Συντακτική Επιτροπή  και μετά αυτό να υποβληθεί στη συντονιστική επιτροπή για περαιτέρω επεξεργασία και βελτίωση, εν όψει της επόμενης συνάντησης της Ολομέλειας της Μικτής Επιτροπής, που υπολογίζεται να συνεδριάσει μετά από δύο έως τρία χρόνια… Λόγω της, με ευθύνη του Φαναρίου, αδυναμίας των Ορθοδόξων να συμφωνήσουν στο κείμενο δεν εκδόθηκε Κοινό Ανακοινωθέν της συνάντησης στο Αμμάν. Καθηγητές της Θεολογίας  στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης επισημαίνουν ότι η θεολογική θεμελίωση του πρωτείου του Οικουμενικού Πατριάρχου επί του Τριαδολογικού Δόγματος, εκφεύγει της Ορθόδοξης διδασκαλίας και δείχνει μια προσχώρηση στις απόψεις του Βησσαρίωνα….

Τί γράφουν οι Ρώσοι θεολόγοι

Ο Μητροπολίτης Περγάμου υποστήριξε την εδραζόμενη επί της σχέσης των Προσώπων της Αγίας Τριάδος καινοφανή περί πρωτείου άποψη του όχι στα δικά του θεολογικά κείμενα, που ήσαν απολύτως αντίθετα, αλλά σε κείμενο που έγραψε ο Ρώσος θεολόγος π. Αλέξανδρος Σμέμαν και δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «La Primaute de Pierre dans l’ Eglise Orthodoxe», (Editions Delachaux & Niestle, Neuchatel, Suisse, 1960). Στο βιβλίο υπάρχουν κείμενα των επίσης Ρώσων θεολόγων της διασποράς Αφανάσιεφ, Μέγιεντορφ και Κουλόμζιν.

Πρώτο είναι το κείμενο του Νικολάου Αφανάσιεφ, με τίτλο «Η Εκκλησία που προΐσταται στην Αγάπη». Μεταξύ των άλλων θέτει το ερώτημα: «Αν ο Πέτρος είναι πράγματι η πέτρα επί της οποίας κτίσθηκε η Εκκλησία πώς μπορεί ταυτόχρονα να είναι και αρχηγός αυτής της Εκκλησίας;» Και απαντά: «Εφόσον ο Πέτρος είναι η πέτρα επί της οποίας κτίσθηκε η Εκκλησία ο ρόλος του είναι παθητικός: Η Εκκλησία οικοδομήθηκε επ’ αυτού από τον Χριστό και όχι από εκείνον». Στη συνέχεια επισημαίνει: « Θα ήταν πολύ ασύνετο να μιλάμε για <ανατολικό πρωτείο>, ωσάν ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως να είχε θελήσει να αντιγράψει τον επίσκοπο της Ρώμης: είναι λάθος τόσο από άποψη ιδεολογική όσο και από άποψη ιστορική, όμως, χωρίς αμφιβολία, ορισμένες εσωτερικές παροτρύνσεις ώθησαν τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να ακολουθήσει στην παγκόσμια εκκλησιολογία, την οδό προς το πρωτείο». Πρέπει να είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται «η εσωτερική παρότρυνση στο Φανάρι» προς ένα παπικού τύπου πρωτείο στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ακολουθεί το κείμενο του Νικολάου Κουλόμζιν, με τίτλο «Η Θέση του Πέτρου στην αρχαία Εκκλησία». Στο κείμενο του ο Κουλόμζιν τονίζει πως στηριζόμενος στα λόγια του Χριστού προς τον Πέτρο και στα όσα αναφέρονται στα Ευαγγέλια περί αυτού έχει την άποψη ότι η Ιερουσαλήμ είναι η Εκκλησία που έχει τα πρεσβεία ανάμεσα στις άλλες Εκκλησίες. Και σημειώνει: « Οι ιστορικές συνθήκες και εξελίξεις δείχνουν ότι ο Πέτρος μετά την αναχώρησή του από τα Ιεροσόλυμα δεν παρουσιάζεται πλέον ως ένας της ομάδας των δώδεκα Αποστόλων, αλλά είναι ένας περιοδεύων Απόστολος. Οι Δώδεκα δεν αποτελούσαν πλέον σύναξη στην Ιερουσαλήμ και επομένως η πόλη αυτή χάνει την κεντρική της ιεραρχική θέση. Μπορεί κανείς στις νέες ιστορικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν να μιλάει ακόμη για το πρωτείο του Πέτρου; Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης δεν το δείχνουν κατά κανένα τρόπο».

Το κείμενο του Ιωάννου Μέγιεντορφ που ακολουθεί έχει τίτλο «Ο Άγιος Πέτρος, το πρωτείο του και η διαδοχή του στην βυζαντινή θεολογία». Ο  Ρώσος θεολόγος επισημαίνει ότι στους πρώτους αιώνες «οι Βυζαντινοί στην εκκλησία της αρχαίας Ρώμης ομοφώνως απέδιδαν μια μεγάλη τιμή, αλλά όχι εξουσία, κοσμικού – δικαιοδοτικού χαρακτήρα». Προχωρώντας στους επόμενους αιώνες  εξηγεί ότι οι κοσμικές ηγετικές επιδιώξεις του Πάπα Γρηγορίου οδήγησαν τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό να θελήσει να περάσει το παπικό πρωτείο στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ως έχοντος την έδρα της Νέας Ρώμης και «της παγκόσμιας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας».  Και αφού επισημαίνει τις περί πρωτείου απόψεις διαφόρων εκκλησιαστικών συγγραφέων επισημαίνει την ακόλουθη  άποψη του Θεσσαλονίκης Συμεών: «Η λειτουργία του πρωτείου υπάρχει στο πλαίσιο της επισκοπικής συνόδου, όπως υπήρχε στην έννοια της αποστολικής συνόδου, αλλά προϋποθέτει την εν τη αληθεία ενότητα της πίστεως». Στη συνέχεια προσθέτει την άποψη του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γενναδίου Σχολαρίου: « Ο Πέτρος είναι ο επίσκοπος και ο ποιμήν όλου του κόσμου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να πούμε το ίδιο για οποιονδήποτε από τους διαδόχους του επισκόπους». Και στο τέλος του κειμένου του ο Μέγιεντορφ τονίζει: «Η διδασκαλία των βυζαντινών θεολόγων αντιστοιχεί πλήρως στην εκκλησιολογία του Αγίου Κυπριανού στο Cathedra Petri:  Δεν υπάρχει πλουραλισμός στις επισκοπικές καθέδρες, δεν υπάρχει παρά μόνο μία, η έδρα του Πέτρου και όλοι οι επίσκοποι, στο πλαίσιο των κοινοτήτων των οποίων προεδρεύουν και έχουν την έδρα τους, καθένας τους έχει τη θέση του επί της αυτής  έδρας (του Πέτρου)».

Το κείμενο του  π. Αλέξανδρου Σμέμαν είναι το τελευταίο στη σειρά και επιγράφεται « Η έννοια του πρωτείου στην ορθόδοξη εκκλησιολογία». Στο κείμενο ο αείμνηστος Σμέμαν τονίζει ότι στην αρχή της η κάθε τοπική Εκκλησία είχε τον Επίσκοπό της και την πληρότητα της στην ενότητά της με εκείνον. Τονίζει επίσης ότι  η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποκλείει το πρωτείο, αλλά δεν το θεωρεί χαρακτηριστικό κοσμικής ισχύος επί των άλλων επισκόπων και εκκλησιών. «Δεν είναι βεβαίως <υπέρτατη εξουσία>, αλλά δεν είναι και μια απλή προεδρία κατά τα δημοκρατικά και κοινοβουλευτικά πρότυπα, γιατί είναι κάτι το πνευματικό, που έχει σχέση με την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού» σημειώνει. Ο Σμέμαν για το πρωτείο αναφέρεται στο Τριαδολογικό δόγμα ως εξής:

«Μπορεί κανείς να εφαρμόσει στην Εκκλησία, κατ’ αναλογίαν, την τριαδολογική θεολογία. Όπως οι Τρεις Υποστάσεις της Αγίας Τριάδος δεν χωρίζουν τη θεία ουσία, κάθε μία διαθέτοντας την καθ’ ολοκληρίαν και ζώντας την, έτσι και η φύση της Εκκλησίας – Σώματος του Χριστού δεν είναι χωρισμένη λόγω της πληθύος των εκκλησιών. Αλλά όπως τα Θεία Πρόσωπα «απαριθμούνται» – κατά την έκφραση του Μεγάλου Βασιλείου – έτσι απαριθμούνται και οι εκκλησίες και υπάρχει μεταξύ αυτών μια ιεραρχία. Σε αυτήν την ιεραρχία υπάρχει μια πρώτη Εκκλησία και ένας πρώτος επίσκοπος. Αυτή η ιεραρχία δεν μειώνει τις εκκλησίες, δεν τις υποτάσσει την μία στην άλλη, είναι μόνο προορισμένη να βοηθάει να ζει κάθε εκκλησία για όλες και όλες για κάθε μία, γιατί αυτό είναι το μυστήριο του Σώματος του Χριστού…».

Καθηγητές της Θεολογίας, που τους θέσαμε υπόψη το κείμενο του Σμέμαν, μας σημείωσαν ότι θεολογικά  η μεταφορά του Τριαδολογικού Δόγματος στο επισκοπικό πρωτείο είναι  εξαιρετικά αδύναμη και εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, όπως εκφράστηκε διαχρονικά από τους πατέρες της Εκκλησίας και από επίσημα κείμενα του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως.  Όμως ο Μητροπολίτης Περγάμου επέλεξε ή δέχθηκε να το χρησιμοποιήσει, ξεχνώντας τί υποστηρίζει στην διατριβή του… Η φιλοδοξία του κ. Βαρθολομαίου, η προς αυτόν πλεονάζουσα κολακεία της αυλής του, ο τρόμος  των Μητροπολιτών που ανήκουν στη δικαιοδοσία του, μήπως και προκαλέσουν την μήνιν του και η προς αυτόν δουλικότητα Ιεραρχών της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος συνθέτουν ένα εκρηκτικό μίγμα, που μπορεί να επιφέρει τεράστια ζημία στην ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.-

Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος

Τα σχόλια έχουν κλείσει.