Μνήμη Κωνσταντίνου Τσάτσου


Τη μνήμη του αείμνηστου προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τσάτσου τίμησε το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Δήμου Κηφισιάς, με ομιλητή τον διακεκριμένο πνευματικό άνθρωπο και συνεργάτη του Κέντρου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών κ. Λίνο Μπενάκη.

Ο Κων. Τσάτσος ( 1899-1987) όταν ήταν νέος στην ηλικία είχε περάσει αρκετά καλοκαίρια στην Κηφισιά  και για χρόνια έμεινε στο σπίτι του, στην Πολιτεία. Ο κ. Λίνος Μπενάκης υπήρξε συνεργάτης στην Ακαδημία Αθηνών και φίλος των Παν. Κανελλόπουλου, Ιωάν. Θεοδωρακόπουλου, Κωνστ. Δεσποτόπουλου, Ευαγγ. Παπανούτσου και του Κωνστ. Τσάτσου.

Ο ομιλητής επέλεξε να περιγράψει τη ζωή και τη σκέψη του Κων. Τσάτσου διαβάζοντας κείμενα του και ειδικότερα αυτά που έγραψε προς το τέλος της ζωής του. Συγκεκριμένα το πρώτο ήταν η «Λογοδοσία μιας ζωής», που κυκλοφορείται σε δύο τόμους. Eίναι η αυτοβιογραφία του και  σταματά την 1η Ιανουαρίου 1985, όταν είχε συμπληρώσει τα 85 του χρόνια, και δυο περίπου χρόνια πριν αποβιώσει. Το δεύτερο  βιβλίο ήταν  η «Μυστική συνέντευξη» του στον Κώστα Τσιρόπουλο, την  οποία έδωσε στο σπίτι του της Πολιτείας, στις 30 Σεπτεμβρίου 1981, όταν ήταν 82 ετών. Και τα δύο βιβλία κυκλοφορούνται από τις «Εκδόσεις των φίλων» – το δεύτερο στη σειρά «Αστρολάβος / Ευθύνη». Ένα τρίτο βιβλίο, επίσης από τις «Εκδόσεις των φίλων», στο οποίο αναφέρθηκε ο κ. Λίνος Μπενάκης ήταν το «Διάλογοι σε μοναστήρι», που εκφράζει τον  προβληματισμό του Κων. Τσάτσου για την ύπαρξη.

Τα κύρια ζητήματα, στα οποία επικεντρώθηκε ο κ. Μπενάκης ήταν η αυτοκριτική του Κων. Τσάτσου και η στάση του απέναντι στον θάνατο. Στην αυτοκριτική του επισημαίνει ότι βασική δύναμη, αλλά και  αδυναμία του στον διανοητικό χώρο στάθηκε η διασπορά του. Στα 35 του ήδη ησχολείτο με τη δικηγορία, τα νομικά φροντιστήρια στο πανεπιστήμιο, τη φιλοσοφία του δικαίου, την καθαρή φιλοσοφία, και τη λογοτεχνία, με απόπειρες λογοτεχνικού και ποιητικού έργου. Η διασπορά του αυξάνεται στα έτη 1935-1945, όταν προστίθεται η πολιτική και η αντιστασιακή του δράση. Σημειώνει ο Κων. Τσάτσος στη «Λογοδοσία» του:

«Αποτέλεσμα όλων αυτών των σκόρπιων δραστηριοτήτων υπήρξε πως ούτε στη θεωρία, ούτε στην πράξη, ούτε στη λογοτεχνία, ούτε στην επιστήμη, πουθενά δεν μπόρεσα να επιτύχω τις επιδόσεις εκείνες, που αν μόνο ένα από αυτά επιδίωκα, θα ήμουν ικανός να επιτύχω. Έτσι πλήρωσα αυτή την έμφυτη διασπορά, που δεν θέλησα, που δεν είχα τη δύναμη να ξεριζώσω».

Όμως σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση του Κων. Τσάτσου απέναντι στον θάνατο. Ο κ. Λίνος Μπενάκης ανέφερε τη σκέψη του  Κων. Τσάτσου, ότι δεν πιστεύει στην αθανασία της ψυχής:

«Η δική μου αντίληψη περί Θεού με οδηγεί στην άρνηση της αθανασίας της ψυχής, όπως θα την θέλαμε εμείς την αθανασία αυτή, σαν συνέχεια της κάτω ζωής με την ίδια μνήμη, την  ίδια συνείδηση, τις ίδιες αγάπες, έστω και αν όλα αυτά βλέπονται κάτω από έναν νέο, καθαρότερο φως».

Και στη «Μυστική συνέντευξη» του ο Κων. Τσάτσος είναι κατηγορηματικός: «Εγώ τουλάχιστον προσωπικώς δεν πιστεύω καθόλου στη μετά θάνατο ζωή». Ο κ. Μπενάκης σημείωσε πάντως ότι ένα μήνα προ του θανάτου του ο Κων. Τσάτσος ζήτησε ιερέα να τον κοινωνήσει, κάτι που έγινε.

Στη «Λογοδοσία» του ο Κων. Τσάτσος δείχνει την ιδιόμορφη σχέση του με την Εκκλησία. Γράφει ότι Την σέβεται, αλλά σημειώνει: «Αυτό δεν θα πει ότι είμαι ένας χριστιανός που θα μπορούσε να πει σα δικό του Πιστεύω, το Σύμβολο της Πίστεως της Εκκλησίας μας ή οποιασδήποτε άλλης». Το παράξενο είναι ότι, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αναγίγνωσκε, την ημέρα της Ορθοδοξίας, το «Πιστεύω», στου οποίου τα δόγματα δεν πίστευε…

Επίσης χαρακτηρίζει «χριστιανικό μύθο» τη χριστιανική διδασκαλία, θεωρώντας την πάντως «ιδανική λύση», αν αποκαθαρθεί «από τον μεσαιωνικό φανατισμό και τους Τορκεμάδες» και αν στοιχειοθετηθεί με το μήνυμα της αγάπης… Μάλιστα τον ξεχωρίζει από τους  μύθους του κομμουνιστικού και του πανισλαμικού μεσσιανισμού που, όπως σημειώνει, γεμίζουν δέος τον πολιτισμένο κόσμο. Ως προς τον Ιησού Χριστό σημειώνει: «Δεν μπορώ να αποκρύψω ότι το πρόσωπο του Ιησού Χριστού ασκεί επάνω μου μιαν ακατανίκητη γοητεία, που κανένας άλλος αρχηγός θρησκείας δεν μπορεί να ασκήσει…».

Ο Κων. Τσάτσος είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση διανοούμενου, που τα «βαρίδια» του ηδονισμού στις ποικίλες μορφές του – εγωισμός, φιλαρέσκεια, ερωτισμός, λογικοκρατία – δεν του επιτρέπουν να αποδεχθεί την ύπαρξη της αιωνιότητας και της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού και όλων των ανθρώπων. Η τελεολογία του σταματά στα όρια της λογικής του. Η άρνηση της αιωνιότητας, στην οποία πιστεύει, τον οδηγεί στην απαισιόδοξη σκέψη πως όλα σβήνουν με τον θάνατο, χωρίς να μπορεί λογικά να εξηγήσει γιατί τότε ήρθε στη ζωή.

Ο Κων. Τσάτσος, πνευματικό τέκνο της γερμανικής φιλοσοφίας και λογικής, δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει την αντίθετη με τη δική του περί θανάτου φιλοσοφική άποψη του Γ. Σαραντάρη, γι΄ αυτό, όπως είπε στην Ολυμπία Καράγιωργα, συγκρούστηκε μαζί του. Ο ίδιος σημειώνει ότι η λογικοκρατία των φιλοσόφων επαναστατούσε τον Σαραντάρη και προσθέτει:

«Τον έβλεπα να προσπαθεί να σπάσει τον κλοιό της λογικής. Στεκόταν ακλόνητος και μόνος. Ο Γιώργος Σαραντάρης δεν εντάσσεται πουθενά. Βρίσκεται έξω από την παράδοση της κλασσικής φιλοσοφίας, έξω από την παράδοση του Μαρξισμού και του Σενσουαλισμού. Είχε μια εντελώς δική του, αυτόνομη κοσμοθεωρία. Κι ένα βαθύτατο θρησκευτικό συναίσθημα στη βάση της». Ο Σαραντάρης στο φιλοσοφικό του δοκίμιο «Η παρουσία του ανθρώπου», τονίζει ότι δεν έχουν νικήσει το θάνατο εκείνοι που τον λησμόνησαν και πως στον πνευματικό πολιτισμό όταν κανείς δεν κατέχει πίστη στην Ανάσταση του Χριστού και στην αιωνιότητα, είναι σαν να μην κατέχει τίποτε.-

Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος

Τα σχόλια έχουν κλείσει.