Προσέγγιση στη φιλοσοφική σκέψη του Γιώργου Σαραντάρη*


Ένας μη ειδικός, που εκτίμησε βαθιά την ψυχή και το έργο του ποιητή και στοχαστή Γιώργου  Σαραντάρη(1908-1941), όταν καλείται να μιλήσει για τη φιλοσοφική του σκέψη, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να την προσεγγίσει με επίγνωση της αναξιότητάς του.

Η σκέψη του Σαραντάρη και η αυστηρή  κριτική του στη φιλοσοφία και στα ηδονιστικά βιώματα της Δύσης με είχαν εντυπωσιάσει, αλλά δεν τολμούσα να εκφραστώ δημόσια. Δεν είχα την εξειδίκευση για να γράψω περί των μοναδικών και ρηξικέλευθων φιλοσοφικών σκέψεων του.  Όμως ένας λόγος του πρώτου του εξαδέλφου, αρχιτέκτονα Παναγιώτη Σαραντάρη, προς τον  οποίο είμαι ευγνώμων, με ενθάρρυνε. Όταν με ρώτησε γιατί θέλω να ασχοληθώ και να γράψω για τον Γιώργο Σαραντάρη, του εξομολογήθηκα πως με έχει εντυπωσιάσει ο φιλοσοφικός του λόγος και το ήθος στη σκέψη και στα  βιώματά του . Τότε εκείνος μου είπε κάτι που δεν θα το λησμονήσω ποτέ:

«Να πας να βρεις τον Ζήσιμο Λορεντζάτο και αυτός θα σε βοηθήσει. Όταν γνωριστήκαμε μου είπε ότι ο Γιώργος έχει γράψει αξιόλογη ποίηση, αλλά ακόμη πιο αξιόλογος είναι ο στοχασμός του, που άρδευσε την ποίηση του».

Πήγα και βρήκα τον αείμνηστο Ζήσιμο Λορεντζάτο στο σπίτι του, στην Κηφισιά. Με δέχθηκε προφρόνως, με ενίσχυσε να γράψω για τον Σαραντάρη και μου αφιέρωσε το πόνημά του «Διόσκουροι», στο οποίο αναφέρεται στο έργο και στον στοχασμό των δύο ταλαντούχων Ελλήνων πνευματικών ανθρώπων της δεκαετίας του 1930, του Γιώργου Σαραντάρη και του Δημητρίου Καπετανάκη, που απεβίωσαν νεότατοι. Ο Λορεντζάτος μου επαλήθευσε το λόγο του Παναγιώτη Σαραντάρη και με παρέπεμψε στο βιβλίο του, όπου γράφει:

«Η σχέση του Σαραντάρη με την ποίηση δεν μπορούσε να είναι ποτέ αισθητική ή άλλο παρόμοιο, αλλά στάθηκε σχεδόν από την αρχή καθαρά πνευματική ή μεταφυσική, μια ανάβαση από <ένα τώρα που δεν θυμάμαι πότε αρχίνησε!> σε ένα πάντα που δεν τελειώνει ποτέ. Ο Σαραντάρης δεν ξεχνούσε πως βρισκόμαστε εδώ μονάχα με το ένα ποδάρι, πως το άλλο ποδάρι μας λογαριάζεται κιόλας ξεκινημένο για αλλού…».

Στον 20ό αιώνα διακρίθηκαν για το έργο τους  πολλοί Έλληνες διανοούμενοι.  Όμως ο Σαραντάρης ξεχωρίζει από όλους τους άλλους. Είναι ο πρώτος και ο μόνος στα νεώτερα χρόνια, που δημιουργεί μιαν αυθεντική ελληνική υπαρξιακή φιλοσοφική σκέψη. Είναι ο πρώτος και ο μόνος που δεν αγνοεί – αντίθετα την θεωρεί βάση της σκέψης του – την έλευση και την παρουσία του Ιησού Χριστού στην Ιστορία. Όλοι οι υπόλοιποι με εργαλείο τους τη λογική και στηριζόμενοι στην αρχαία ελληνική ή στη δυτική φιλοσοφία επιχειρούν να απαντήσουν σε ιδεολογικά ή/και κοινωνικά ζητήματα. Στην κριτική που δέχθηκε από τον φίλο του Κων. Δεσποτόπουλο για το φιλοσοφικό του δοκίμιο «Η παρουσία του ανθρώπου» ο Γ. Σαραντάρης έγραψε:

«Ο κ. Δεσποτόπουλος με κατηγορεί πως ζήτησα στο βιβλίο μου να σβύσω τη μεγάλη ελληνική φιλοσοφική παράδοση, κι εννοεί την προχριστιανική. Οφείλω να δηλώσω απερίφραστα πως δεν είχα μια τέτοια πρόθεση. Αναφέρομαι βέβαια, και υποστασιακά και ιστορικά, στο Χριστιανισμό, στο πρόσωπο του Χριστού, για να είμαι ακριβέστερος. Ο στοχασμός μου, όταν εγκαταλείπει τη δική μου ζωή, και ζητά μιαν αρχή που αναμφισβήτητα νικά το θάνατο, ανακαλύπτει μονάχα το πρόσωπο του Χριστού. Τούτο όμως δεν σημαίνει πως αρνούμαι την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Μονάχα, που τη συμβολή της στον πολιτισμό της οικουμένης θα την εκτιμήσω από τη σχέση της με τον Χριστιανισμό, και όχι από τη σχέση της με το λεγόμενο σημερινό ευρωπαϊκό πολιτισμό. Όταν καταδικάζει κανείς σήμερα το λεγόμενο πολιτισμό της Δύσης, γιατί  παρερμήνευσε την αλήθεια του Χριστού, δεν είναι κατ΄ αρχήν άδικος, γιατί μπορεί να βρει επιχειρήματα προς υποστήριξη της θέσης του. Άδικος όμως, και ανόητος, θα ήταν πασιφανώς εκείνος που θα έφερνε την ίδια κατηγορία ενάντια στους αρχαίους Έλληνες! Με άλλο κριτήριο μπορούμε και πρέπει να κρίνουμε ό, τι γίνηκε πρώτα από την ενσάρκωση του Χριστού, με άλλο ό, τι γίνηκε ύστερα».

Κατά τον Σαραντάρη γνήσια φιλοσοφούν πρώτον  όσοι ενεργητικά πιστεύουν και δεύτερον όσοι αντιμετωπίζουν το θάνατο:

«Όταν μήτε ενεργητικά πιστεύουμε, μήτε θυμούμαστε πως θα πεθάνουμε, τότε δεν φιλοσοφούμε, τότε δεν μπορούμε να φιλοσοφήσουμε». Για να καταλήξει στον λόγο που ο Λορεντζάτος χαρακτηρίζει χρυσό: « Έξω από την πίστη όλα είναι τύχη».

Η φιλοσοφική σκέψη και τα βιώματα του Σαραντάρη δεν ήταν και δεν είναι εύκολο να γίνουν αποδεκτά. Στην πλειονοψηφία των ανθρώπων επικρατεί πλήρως ο «ηδονισμός», και η προσκόλλησή τους μόνο στα γήινα, στα φθαρτά. Κατά τον Σαραντάρη ο ηδονιστής είναι το άτομο που πεθαίνει άτομο. Είναι το ον που δεν βρίσκει ένα μεταφυσικό σκοπό που να του ταιριάζει. Για να έχει αυτή την αυτονομία ο άνθρωπος απολυτοποιεί τα πάθη και τη λογική του, κάτι που ο Σαραντάρης αποδεικνύει ως απολύτως  παράλογο. Σε μια σκέψη του περί ιδεοκρατίας γράφει, στις 8 Ιανουαρίου του 1939: « Η τυπική λογική κρύβει τη διάθεση του ανθρώπου που δεν πιστεύει, να δώκει υπόσταση σε ό, τι είναι φθαρτό, και να αφαιρέσει την υπόσταση από ό, τι είναι ύπαρξη και αλήθεια». Και, όπως έγραψε στον Κων. Δεσποτόπουλο, ενώ δικαιολογεί τους αρχαίους προχριστιανικούς  Έλληνες, που προβληματίζονται και φιλοσοφούν με βάση τη λογική τους, θεωρεί απαράδεκτο αυτό να συμβαίνει στους μετά την έλευση του  Χριστού φιλοσόφους. Στο δοκίμιό του «Η παρουσία του ανθρώπου» σημειώνει: «Η φιλοσοφία της Ευρώπης είναι φτωχή, και ανεπαρκής για την τωρινή νεότητα, ακριβώς γιατί δε νίκησε το φόβο του θανάτου».

Τον ηδονισμό και τον αισθησιασμό ο Σαραντάρης τον απορρίπτει  στην Τέχνη, νευραλγικό τομέα της πνευματικής και κοινωνικής ζωής, όπως σημειώνει. Ο Σαραντάρης αναγνωρίζει την έμπνευση, την αισθητική ικανότητα και το λογοτεχνικό ταλέντο στους Σαίξπηρ και Γκαίτε και από τους Έλληνες στους Καβάφη και Σεφέρη, αλλά είναι κριτικός στο έργο τους, ως « άγονο πνευματικά». Γι’ αυτό και τονίζει πως ο ανιχνευτής της ζωής με προορισμό την αιωνιότητα  Ντοστογιέφσκι «είναι η άρνηση του Γκαίτε και του Σαίξπηρ και πως όποιος παραδέχεται σοβαρά τον Ντοστογιέφσκι δεν μπορεί να παραδεχτεί τον Γκαίτε και τον Σαίξπηρ, όπως όποιος παραδέχεται την αλήθεια του Χριστού δεν μπορεί να παραδεχτεί άλλην αλήθεια».

Η άρνησή του προς τον ηδονισμό και τον υλισμό έκαμε τον Σαραντάρη να είναι αντίθετος στον μαρξισμό και στον φροϋδισμό, καθώς επίσης και στον υπερρεαλισμό στην Τέχνη. Για τον μαρξισμό και τον φροϋδισμό έγραψε:

«Είναι θεωρίες που θυσιάζουν τον άνθρωπο στο θάνατο και δεν το γνωρίζουν. Είναι διαστροφές που γεννήθηκαν από έναν αχαλίνωτο ηδονισμό. Στην επιφάνεια χαρίζουν το μίσος, στο βάθος την πεποίθηση του θανάτου. Η ηδονή του θανάτου, του θανάτου όλου του κόσμου, τις διατρέχει».

Για τον υπερρεαλισμό και σε απάντηση του στον Νίκο Καλαμάρη, μέσα από τις στήλες του περιοδικού «Νέα Γράμματα», τον Μάϊο του 1937, γράφει: «Ο υπερρεαλισμός γίνεται τότε ό, τι μπορεί να υποθέσει κανείς το πιο αντιπνευματικό. Σκέτος ηδονισμός, μοιάζει φαντασιοπληξία (κάποτε εξαιρετικά έξυπνη και εφευρετική) στον Νταλί, διαυγής επιθυμία της υλικής ευημερίας στον Μπρετόν». Σημειώνεται ότι ο Σαραντάρης σε γράμμα του από την Ιταλία, όπου είχε πάει για την κηδεία του πατέρα του, είχε συμβουλεύσει τον φίλο του Οδυσσέα Ελύτη να απομακρυνθεί από τον υπερρεαλισμό.

Ο Σαραντάρης  υποβαθμίζοντας κάθε τι το υλικό μπορούσε με τα μάτια της ψυχής του να βλέπει πολύ μακρύτερα της εποχής του. Στα 1937 και στην παντοδυναμία του Στάλιν γράφει:

«Πιστεύω πως η Ρωσία  ύστερα από το σφάλμα που διέπραξε να υποταχθεί στην υλιστική κοσμοθεωρία του μαρξισμού και την πρόσκαιρη πείρα του ιδιότυπου σοσιαλιστικού συστήματος που σήμερα της δίνει την κατεύθυνση, θα γίνει ξανά χριστιανή – ορθόδοξη, αλλά προικισμένη με μια δύναμη και μια επιβολή πάνω στον πολιτισμένο κόσμο, που αναμφισβήτητα της έλειπαν στο παρελθόν». Σημειώνεται ότι ειδικοί στρατηγικοί αναλυτές της Δύσης περί το τέλος της δεκαετίας του 1980 και ενώ ο Γκορμπατσώφ έκανε απέλπιδες προσπάθειες να περισώσει την καταρρέουσα αυτοκρατορία θεωρούσαν απατηλά τα όσα συνέβαιναν και δήλωναν πως η ΕΣΣΔ εξακολουθούσε να είναι ισχυρή και απειλή για την ανθρωπότητα…

Ως προς τις κρίσεις που διέρχεται η ανθρωπότητα και σήμερα   διέρχεται η χώρα μας είχε τονίσει ότι αυτή προέρχεται από εμάς τους ίδιους. Ο αείμνηστος αξιόλογος φιλόλογος  και στοχαστής Βασ. Τατάκης έγραψε στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Μακεδονικές Ημέρες» το 1937 πως ο Σαραντάρης με τόλμη για τα χρόνια εκείνα, είχε διαπιστώσει:

«Πέρασε  πια ο καιρός που οι άνθρωποι πίστευαν βαθιά πως η κρίση είναι μόνο, ή κυρίως οικονομική. Το στάδιο αυτό το περάσαμε. Είμαστε πιο έτοιμοι να δούμε πως η κρίση θρονιάζει μέσα μας».

Ένας από τους ποιητές που είχα την ευλογία να συναντήσω και να συζητήσω μαζί του για τον Σαραντάρη ήταν ο αείμνηστος Τάκης Βαρβιτσιώτης. Ήταν από τους λίγους που τον ένιωσε και το έγραψε, και μάλιστα αρκετά νωρίς. Στη «Διαγώνιο», το 1958, σε άρθρο με τίτλο «Ποίηση και ποιητικά θέματα του Γιώργου Σαραντάρη», μεταξύ άλλων, τονίζει:

«Για τον Σαραντάρη που ήταν σφοδρός πολέμιος κάθε ωφελιμιστικής και ηδονιστικής αντίληψης, η ποίηση δεν αποτελούσε μια πρόσθετη τέρψη για την καλοπέραση των αστών, αλλά ένα μέσο, έναν αγώνα για να νοιώσουμε την αλήθεια του ανθρώπου, μια λύση, τη μόνη δυνατή και σωτήρια λύση, το μόνο τρόπο να διαφύγουμε από την αθεράπευτη αθλιότητα της ανθρώπινης μοίρας, να νικήσουμε την αγωνία του θανάτου και τη βεβαιότητα του μηδενός, τη μόνη κατάφαση της αθανασίας».

Οι φιλοσοφούντες αξιόλογοι επιστήμονες και διανοούμενοι της εποχής (Παν. Κανελλόπουλος, Κων. Τσάτσος, Ιωαν. Θεοδωρακόπουλος, Κων. Δεσποτόπουλος, Ιωαν. Συκουτρής) εκτίμησαν τη σκέψη του Σαραντάρη, αλλά είχαν διαμορφώσει μιαν άλλη κουλτούρα, επηρεασμένη από τη γερμανική διανόηση και τον γερμανικό ιδεαλισμό και δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν, ή δεν μπόρεσαν να αποδεχθούν τη κριτική σκέψη του  για τη Δύση και για τους λογοτέχνες και φιλοσόφους που θαύμαζαν (Καντ, Σπινόζα, Γκαίτε, Σαίξπηρ κ.α.).

Ο Παν. Κανελλόπουλος σημειώνει πως το δοκίμιο του Σαραντάρη «Συμβολή σε μια φιλοσοφία της Ύπαρξης» του αποκάλυψε το απύθμενο βάθος της σκέψης του και τον έκανε να γράψει ένα μεγάλο κριτικό σημείωμα στο 4ο τεύχος του περιοδικού «Αρχείο Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών». Σ’ αυτό σημειώνει ότι ενώ τίποτα από όσα γράφει ο Σαραντάρης δεν θα μπορούσε να βγει από το στόμα του, εν τούτοις αρνείται να τον αντικρούσει, γιατί «μιλάει αληθινά». Μόνο αρνείται τις σκέψεις του για τους Γκαίτε και Σαίξπηρ, που θεωρεί ότι τους έχει παρεξηγήσει… Παράλληλα σημειώνει πως «είναι αδύνατο να ξεχωρίσουμε τον ποιητή Σαραντάρη από τον φιλόσοφο Σαραντάρη. Ο ένας εισχωρούσε στον άλλον».

Ο Κων. Τσάτσος σε συνέντευξη του, που είναι γραμμένη στο εξαίρετο βιβλίο της Ολυμπίας Καράγιωργα «Γιώργος Σαραντάρης – Ο Μελλούμενος» τονίζει για τη φιλοσοφική του σκέψη:

«Ο Γιώργος Σαραντάρης δεν εντάσσεται πουθενά. Βρίσκεται έξω από την παράδοση της κλασσικής φιλοσοφίας, έξω από την παράδοση του Μαρξισμού και του Σενσουαλισμού. Είχε μια εντελώς δική του, αυτόνομη κοσμοθεωρία. Κι ένα βαθύτατα θρησκευτικό συναίσθημα στη βάση της… Λίγο μετά τον θάνατο του είχα γράψει γι’ αυτόν στα <Νεοελληνικά Γράμματα>: < …Από το θρανίο ο Σαραντάρης και από την έδρα εγώ, τα τελευταία χρόνια συγκρουστήκαμε… Παρά τις διαμαρτυρίες πολλών άλλων δεχόμουνα αυτές τις διακοπές, μόνο και μόνο γιατί μαρτυρούσαν πνευματική αγνότητα και πνευματικό πάθος και γιατί χτυπώντας τον αναγκαίο εκείνη την ώρα δασκαλισμό μου, θύμιζαν, έστω άκαιρα, τις μεταφυσικές αρχές που στέκουν πέρα από τα συγκεκριμένα και μάλιστα τα μεθοδολογικά θέματα της φιλοσοφίας… Ο Σαραντάρης ήταν πλούσιος σε ψυχολογικές αποχρώσεις και σε καλλιτεχνικές ευαισθησίες, πολιτισμένος, αγνός, καθαρός και τίμιος».

Θα τελειώσω με την σκέψη του Ζησ. Λορεντζάτου, που είναι γραμμένη στα «Collectanea» του (Εκδ. Δόμος):

«Μπορεί να γελιέμαι, αλλά μοιάζει να μην είχε μεγάλη τύχη στην Ελλάδα η σκέψη του Σαραντάρη δυο φορές ως τώρα: και όταν την πρωτοπαρουσίασε ο ίδιος στο ελληνικό κοινό με τα δημοσιεύματα του και όταν – πάει κάμποσος καιρός – δοκίμασα, χρόνια αργότερα, να την παρουσιάσω ή αναπτύξω στο ίδιο κοινό με μια πλουσιότερη προοπτική και να την εντάξω μέσα στη γενικότερη σύγχυση και ασυναρτησία της <σήμερον απροσδιορίστου εποχής> (Παπαδιαμάντης). Όποια τύχη έλαβαν μακροπρόθεσμα τότε τα γραφόμενα του, την ίδια τύχη βλέπω να λαβαίνουν – βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον – τα γραφόμενα μου τώρα γι’ αυτόν. Ωστόσο μια σκέψη δεν κρίνεται από την τύχη που λαβαίνει, καλή ή κακή, αλλά από τη βαρύτητα της. Και στο σημείο αυτό πρέπει, νομίζω, πάντα να είναι κανένας αισιόδοξος ή να προσμένει το καλύτερο από τις ερχόμενες νεότερες γενιές. Υπομονή».

Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος εκεί που βρίσκεται πρέπει να είναι ικανοποιημένος. Από τις νεότερες γενιές όλο και περισσότεροι  γνωρίζουν τον Γιώργο Σαραντάρη. Και η σημερινή εκδήλωση στην ιδιαίτερη πατρίδα των προγόνων του αυτό αποδεικνύει.-

ΓιώργοςΝ. Παπαθανασόπουλος

*Ομιλία στο Λεωνίδιο Αρκαδίας το Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Τα σχόλια έχουν κλείσει.